παράδειγματα κρητικής διαλέκτου για όσους έχουν απορίες.
ξεκινώ με μια παρωδία ενός γνωστού τραγουδιού
(είμαι η Μαίρη Παναγιωταρέα ή κάτι τέθοιο)
Είμαι ο Μανούσος και είμαι βοσκός,
πάνω στα όρη ξωμένω αμοναχος
Έχω στην μέση μου συνέχεια το 45αρι,
έχω δυο τράγους δυνατούς έχω κι'ενά κριγιό μπροστάρη
Μόλις ξυπνήσω το πρωί πολύ πρωί
γλακώ στη μάντρα ξεμαντρίζω τα οζά
Αρμέγω τσ'έγκαλες και βάνω και το γάλα
μες στο ψύχτη να παγώσει μια ολια
Πλουμίζω δίχτυα και σακάζω τα αρνάκια
και τα βάνω και τα δυο ξεχωριστά
Μολαίρνω τσ'αίγες να ανεβούνε στα χαράκια
και το σκύλο να τσι βάνει στη σειρά
Κ ύστερα κοίτομαι από κάτω από ένα πρίνο
Και τα αφήνω να βοσκούν μολαριτά
Κ αμα σηκώνομαι πυροβολώ το σκύλο
που τα ζά μου'πιάσαν φύλλα και φτερά
Ντελόγω παίρνω κάτω όλους τσι δαμακους
και πηδώ σαν το τρεζο στα κορφοβούνια
μπλέκομαι μέσα τσ' αστιβίδες και στσι βάτους
για να βλέπω από πού γροικούνται τα κουδούνια
κ όταν τα βρω ντακέρνω τα πετροβολίδια
που μου φαγανε ολόκληρη τη μέρα
και του σκύλου του λέω βλαστιμίδια
που δε βόηθα κουτσάθηκε απ τη σφαίρα
τα ξελαλώ και τα γιαγέρνω μεσ στη μάντρα
τως εδίνω καλαμπόκι και σανό
για να τα αρμέξω θέλω συνδρομή έναν άντρα
και ετσα σέρνω τη φωνή στον αλβανό
στο τέλος βάνομε το γάλα στσι κανίστρες
σέρνομε νερό απ του πηγαδιού τον πάτο
και ετσα γεμίζομε του στάβλου τσι ποτίστρες
και πηγαίνομε το γάλα στο μητάτο
ήρθε η ώρα να ξεκουραστώ
Πάνω στο πρίνο τη βέργα μου κρεμώ
εκια που μ έπαιρνε ο ύπνος ρουχάλιζε ο αλβανός
του πέταξα ένα στιβάνι εεε να σε πάρει ο διαολός
Είμαι ο Μανούσος ο γιδοβοσκός,
πάνω στα όρη κοιμούμαι αμοναχός..
γλωσσάρι με ετυμολογία δική μου
κριγιός μπροστάρης = ο ηγεμών κριός του κοπαδιού
ξωμένω = μένω έξω
γλακώ = τρέχω πιθανώς από το εκλακώ ή εκλακτίζω (= λακτίζω προς τα πίσω ή προς τα έξω, τρέχω μακριά).
έγκαλες (οι) = τα ζώα που παράγουν γάλα
μάρωπα (τα) = μικροί αμνοί
πλουμίζω = στολίζω
σακάζω = δωρικός τύπος του αρχ.ελλ. σηκάζω = σταματώ να θηλάζω το βρέφος, απογαλακτίζω.
Μητάτο (το) = από το λατινικό metatum (=περιφραγμένος στρατώνας), κτίσμα ως κατάλυμα του βοσκού.
μολαίρνω = αφήνω, ελευθερώνω (ίσως από το έμολον αόριστος του βλώσκω = έρχομαι, πορεύομαι εξού και Μολών Λαβέ)
χαράκια (τα) = απόκρημνοι βράχοι, (χάραξ)
κοίτομαι = ξαπλώνω (το κοιμάμαι επί κλίνης στα κρητικά λέγεται μονολεκτικά "θέτω")
ντελόγω = αμέσως (εν τω λόγω) [παροιμία= οσάν το ντελόγω δεν είναι πράμα!]
δαμάκοι (οι) = (χμ είδος ψηλού θάμνου πρέπει να έιναι, δωρικός τύπος του δέμας = ανάστημα)
αστιβίδα (η) = (αγκαθωτός θάμνος, τονε χρησιμοποιούμε για την πυρά)
(α)γροικώ = ακούω, λαμβάνω υπόψιν
ντακέρνω = ξεκινώ, αρχίζω
ξελαλώ = συγκεντρώνω τα απομακρυσμένα οζά (λαλώ = οδηγώ)
για(γ)έρνω = γυρίζω
κανίστρα = το σωληνοειδές δοχείο (από την κάνη)